
Η Mercosur αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής πολιτικής
Η χώρα μας, τελικά, ψήφισε υπέρ της συμφωνίας Mercosur. Πρόκειται για ένα ζήτημα κομβικής σημασίας, το οποίο άργησε χαρακτηριστικά να τεθεί στον δημόσιο διάλογο από τον αγροτικό κόσμο, καθώς χρειάστηκε να περάσουν περισσότερες από 25 ημέρες κινητοποιήσεων για να αναδειχθεί ως κεντρικό αίτημα. Κι όμως, αν επιχειρούσε κανείς να ιεραρχήσει τα αιτήματα των αγροτών, αιτήματα που αφορούν στο σύνολό τους την κοινωνία, η συγκεκριμένη συμφωνία θα αποτελούσε ξεκάθαρα «κόκκινη γραμμή».
Το ερώτημα που προκύπτει πλέον είναι απλό και ταυτόχρονα βαθιά πολιτικό: και τώρα τι; Τι απομένει να συζητηθεί; Είναι το πρόβλημα η ίδια η συμφωνία ή το ευρωπαϊκό πλαίσιο που τη γεννά και τη στηρίζει;
Είναι πλέον σαφές ότι το σύνολο του πολιτικού καθεστώτος τάσσεται υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξαρτήτως κόστους. Το έχουμε άλλωστε βιώσει στην πράξη, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το δημοψήφισμα που μέσα σε μία νύχτα μετέτρεψε το «ΟΧΙ» σε «ΝΑΙ». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, το τίμημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι κοινωνικό, περιβαλλοντικό και, τελικά, υπαρξιακό και δεν αφορά μόνο τους αγρότες, αλλά το σύνολο των πολιτών της Ε.Ε.
Ο πρωτογενής τομέας αποτελεί τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης και επιβίωσης. Συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της αυτάρκειας, η οποία στη χώρα μας ήταν δεδομένη πριν από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, η πραγματικότητα αυτή έχει ανατραπεί.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Κοινή Γεωργική Πολιτική στοχεύει στη στήριξη της οικονομικής βιωσιμότητας των αγροτικών περιοχών μέσω χρηματοδοτήσεων και αναπτυξιακών δράσεων. Εδώ, όμως, εντοπίζεται η βασική αντίφαση: πώς μπορεί να ορίζεται ως «βιώσιμη» μια δραστηριότητα που εξαρτάται από επιδοτήσεις; Η πραγματική βιωσιμότητα, ειδικά σε επαγγελματικό επίπεδο, κρίνεται από τη σχέση εσόδων και εξόδων.
Στην περίπτωση των αγροτοκτηνοτρόφων, ούτε τα έξοδα είναι προβλέψιμα καθώς εξαρτώνται από πολλαπλούς παράγοντες, ούτε τα έσοδα, τα οποία καθορίζονται από τρίτους «ειδικούς» θεσμούς και μηχανισμούς, που όπως έχουν καταγγείλει επανειλημμένα ακόμη και ευρωβουλευτές, λειτουργούν προς όφελος ισχυρών λόμπι. Όταν η ρευστότητά σου εξαρτάται από τρίτους, παύεις να είσαι ελεύθερος παραγωγός και μετατρέπεσαι σε εξαρτημένο κρίκο μιας αλυσίδας. Όταν αυτό που παράγεις παύει να είναι μέσο ζωής και γίνεται απλώς «προϊόν», τότε η παραγωγή αποκόπτεται από τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Την ίδια στιγμή που γίνεται λόγος για στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης, παρακολουθούμε τεράστιες εκτάσεις εύφορης γης, βοσκότοπους, δάση και περιοχές Natura να αλλάζουν χρήση και να μετατρέπονται σε βιομηχανικές ζώνες: φωτοβολταϊκά πάρκα, ανεμογεννήτριες και συστοιχίες μπαταριών, με ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές συνέπειες. Παράλληλα, παραχωρούνται ποτάμια, κατασκευάζονται υδροηλεκτρικά έργα και μεγάλα data centers, τα οποία απαιτούν τεράστιες ποσότητες νερού για τη λειτουργία τους. Όλα αυτά εντάσσονται σε ένα αντιφατικό αφήγημα περί «πράσινης ανάπτυξης», κλιματικής αλλαγής και χαμηλού ενεργειακού κόστους.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χώρο παροχής υπηρεσιών και σε «μπαταρία» ηλεκτρικής ενέργειας για την Ευρώπη. Για την υλοποίηση αυτού του μοντέλου απαιτούνται τεράστιες εκτάσεις γης και υδάτινοι πόροι, πόροι που πλέον δεν επαρκούν για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα. Αυτό εξηγεί και την αδιαφορία απέναντι σε καταστροφές όπως εκείνη του «Daniel», που μετέτρεψε γόνιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε λίμνες. Εξηγεί επίσης την πρακτική της μαζικής θανάτωσης κοπαδιών με το παραμικρό κρούσμα, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την προώθηση εναλλακτικών «τροφών», όπως τα συνθετικά προϊόντα και τα έντομα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία Mercosur έρχεται να ολοκληρώσει το παζλ, εισάγοντας σε μεγάλο ποσοστό γενετικά τροποποιημένα προϊόντα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το διατροφικό μοντέλο που προωθείται αφήνει ελάχιστα περιθώρια επιλογής για τους πολίτες.
Αυτή είναι η «νέα Ελλάδα» που, σύμφωνα με δηλώσεις του, οραματίζεται ο πρωθυπουργός. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: τι θέλουμε εμείς; Θα συνεχίσουμε να ταλαντευόμαστε ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση ή θα επιλέξουμε επιτέλους την Ελλάδα;
Η ευθύνη επιστρέφει ξανά στους πολίτες. Σε εσένα, σε μένα, σε όλους μας. Θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί αυτή η πορεία ή θα αμφισβητήσουμε κανόνες μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που, όπως αποδεικνύεται, λειτουργεί εις βάρος των λαών της; Η Ευρώπη, άλλωστε, είναι ιστορικά και πολιτισμικά δική μας. Το ζήτημα είναι αν θα παραμείνουμε παθητικοί θεατές ή αν θα δράσουμε συλλογικά, διεκδικώντας τον έλεγχο της ζωής, της τροφής και του μέλλοντός μας.
Η επιλογή είναι μπροστά μας.
Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα κάνουμε το σωστό βήμα;;
Άδραστος